Δεν τον έχω ξαναδεί, αλλά αυτός με κοιτάει επίμονα.
Είναι ψηλός, μελαχρινός και φοράει μια γκρι μπλούζα με κοντά μανίκια.
Σίγουρα δεν τον έχω ξαναδεί.
Κοιτάω πίσω μου διακριτικά για να δω αν είναι ακόμα εκεί.
Εκεί είναι.
Έχουν αρχίσει να υδρώνουν τα χέρια μου.
Έχω αρχίσει να φοβάμαι.
Επιταγχύνω το βήμα μου.
Το ίδιο κάνει και αυτός.
Αισθάνομαι σαν να με κυνηγάνε, σαν να προσπαθώ να ξεφύγω από μια άγνωστη απειλή.
Κρατάω το κινητό στα χέρια μου κι ας έχει κλείσει. Προσποιούμε πως παίρνω τηλέφωνο το μπαμπά μου.
Εκείνος όλο και πλησιάζει και εγώ όλο και φοβάμαι.
Όταν ήμουν πιο μικρή η μαμά μου, μου είχε πει να βάζω τα κλειδιά ανάμεσα στα δάχτυλα μου όταν περπατάω μόνη μου το βράδυ. “Να έτσι!”
Στον αδελφό μου δεν το είχε πει ποτέ.
Ήξερε η μαμά πως αυτό που φοβούνται οιπερισσότεροι άντρες στη φυλακή, οι γυναίκες το φοβούνται όταν περπατάνε μόνες του.
Γιατί δεν την ακούω ποτέ τη μαμά;
Εκείνος πλησιάζει και εμένα η καρδιά μου πάει να σπάσει.
-Κατερίνα μου τι κάνεις; Καλέ πως μεγάλωσες έτσι εσύ!
Σταμάταω. Την κοιτάω ξαφνιασμένη.
Δεν την ξέρω. Δεν την έχω ξανα δει.
Ρίχνει ένα βλέμμα σε εκείνον, πλησιάζει εμένα και με πίανει αγκαζέ. Έτσι όπως θα με έπιανε η μαμά μου, ή η κολλητή μου ή η αδελφή μου.
Κι εγώ αισθάνομαι μια ασφάλεια, σαν να με έσωσαν.
Αργότερα έμαθα πως την λένε Αναστασία.
Η κυρία Αναστασία.
Που ίσως με έσωσε από το τίποτα, ίσως και από τα πάντα.
Να προσέχουμε η μια την άλλη μου είπε.
Κανένας ανταγωνισμός.
Σαν αδελφές.
Σαν μαμάδες.